Ο θάνατος το στρώνει / Όσο ζω Μαζώ

Ο θάνατος το στρώνει / Όσο ζω Μαζώ

Δεν χρειά­ζε­ται ο Σό­λων για να κα­τα­νο­ή­σει κι ο απλού­στε­ρος άν­θρω­πος ότι εντέ­λει η ζωή με­τριέ­ται μό­νο με τον θά­να­το, κα­τό­πιν του θα­νά­του.

Πριν άπει­ρα χρό­νια —έτσι μου φαί­νο­νται— ο ολο­ζώ­ντα­νος Γιάν­νης Βαρ­βέ­ρης μάς κλη­ρο­δό­τη­σε, με την ευ­φυ­έ­στα­τη λε­κτι­κή του χά­ρη, την αξέ­χα­στη φρά­ση «Ο θά­να­τος το στρώ­νει». Δεν λες πολ­λά με­τά από αυ­τό. Απλώ­νε­σαι μέ­σα στον από­η­χο, όπως το χιό­νι που στοι­χειώ­νει τη φρά­ση. Ο θά­να­τος το στρώ­νει το νό­η­μα, χω­ρίς βέ­βαια να αναι­ρεί το αί­νιγ­μα. Του­να­ντί­ον, δί­νει στο αί­νιγ­μα υπό­στα­ση, θε­μέ­λια, το στρώ­νει κι αυ­τό.

Από προ­χτές με στοι­χειώ­νει το αί­νιγ­μα μιας άλ­λης φρά­σης που έγι­νε σύν­θη­μα στα χεί­λη πλή­θους αν­θρώ­πων, που σί­γου­ρα δεν γνώ­ρι­σαν πο­τέ τον Βαρ­βέ­ρη, αν και ο Βαρ­βέ­ρης, με τον δι­κό του τρό­πο, σί­γου­ρα τους ανα­γνώ­ρι­ζε. «Όσο ζω, Μα­ζώ» εί­ναι μια φρά­ση που όποιοι την λέ­νε μέ­σα τους ει­λι­κρι­νά νιώ­θουν πλή­ρως το νό­η­μα της, αν και άμα τους ρω­τή­σεις μπο­ρεί να μη μπο­ρούν να σου πουν τι, για­τί.

Η φρά­ση εί­ναι κα­τα­νοη­τή με από­λυ­τη σα­φή­νεια αλ­λά το αί­νιγ­μα της πα­ρα­μέ­νει ακέ­ραιο. Εκεί βρί­σκε­ται η χα­ρά της. Δεν χρειά­ζε­ται να εξη­γη­θεί. Ού­τε η φρά­ση, ού­τε ο άν­θρω­πος που την λέ­ει — στον εαυ­τό του, στον κό­σμο, στον άλ­λο κό­σμο.

Ο αιφ­νί­διος θά­να­τος του Γιώρ­γου Μα­ζω­νά­κη έσπρω­ξε τον άλ­λο κό­σμο πά­νω στη γη της Κοκ­κι­νιάς και ένα με­γά­λο μέ­ρος της κοι­νω­νί­ας έβγα­λε τα σω­θι­κά του στους δρό­μους — ένα πα­ρά­ξε­νο φαι­νό­με­νο που κύ­λι­σε αυ­θόρ­μη­τα σε αυ­τή την πί­στα του πε­ζο­δρο­μί­ου κά­νο­ντας την νύ­χτα μέ­ρα. Και μέ­σα σε τό­σο πο­λύ θε­ρι­νό θα­να­τι­κό —ο θά­να­τος το στρώ­νει— που έκλει­σε την πόρ­τα σε τρο­πές της ελ­λη­νι­κής τέ­χνης και σκέ­ψης που κά­λυ­ψαν γε­νιές και γε­νιές. Η φρά­ση επα­νήλ­θε, στον ίδιο ενε­στώ­τα αλ­λά κου­βα­λώ­ντας πλέ­ον μέ­σα της το αμεί­λι­κτα τε­λε­σί­δι­κο.
Λέ­γε­ται ότι ο Μα­ζω­νά­κης λά­τρευε τη φρά­ση. Του έδι­νε ένα νό­η­μα που ο ίδιος πά­ντα έψα­χνε πα­ντού. Ήταν ο στί­χος της ζω­ής του. Από εκεί­νη την στιγ­μή που ο κό­σμος του τον έδω­σε και σαν στί­χο της δι­κής τους ζω­ής, οι στί­χοι που τρα­γού­δη­σε απα­γκι­στρώ­θη­καν και άρ­χι­σαν να πλέ­ουν στον από­η­χο που άνοι­ξε το δώ­ρο: Ανή­κω σε μέ­να και στα όνει­ρα μου, όμως αλ­λά­ξα­νε τα πλά­να μου, κοι­μή­θη­κα στη μά­να μου ώρες μι­κρές.

Ο Μα­ζω­νά­κης τρα­γού­δα­γε όπως μι­λού­σε, ή μι­λού­σε σαν να τρα­γου­δού­σε. Δι­καί­ως ο Κρα­ου­νά­κης θε­ω­ρεί ότι εί­ναι «η τε­λευ­ταία ανα­γνω­ρί­σι­μη λαϊ­κή φω­νή» — όλες οι άλ­λες πλέ­ον μοιά­ζουν, εί­ναι δύ­σκο­λο να δια­κρί­νεις ποιος μι­λά­ει, ποιος τρα­γου­δά­ει, ποιος λέ­ει τι και πως. Αυ­τό εί­ναι ση­μά­δι των και­ρών, ιδιαί­τε­ρα σε ένα εί­δος μου­σι­κής που έχει εγκα­τα­λεί­ψει την ίδια την σχέ­ση του σώ­μα­τος με το μου­σι­κό όρ­γα­νο. Οι φω­νές των αν­θρώ­πων μοιά­ζουν σε τέ­τοιο βαθ­μό για­τί δεν εί­ναι δι­κές τους. Εί­ναι απο­μι­μή­σεις τρό­πων — έκ­φρα­σης, το­νι­σμού, χροιάς, να­ζιού, (ψευ­το)μα­γκιάς. Δεν χρεια­ζό­μα­στε ΑΙ γι’ αυ­τό, εί­μα­στε ήδη ΑΙ από μό­νοι μας.

Στα πολ­λά και διά­φο­ρα που γρά­φτη­καν κα­τα­κλύ­ζο­ντας έντυ­πα και κοι­νω­νι­κά μέ­σα κυ­ριαρ­χούν λέ­ξεις όπως αυ­θε­ντι­κός, αυ­τό­νο­μος, ακέ­ραιος — γε­νι­κά, χα­ρα­κτη­ρι­σμοί ατί­θα­σης δια­φο­ρε­τι­κό­τη­τας και γνη­σιό­τη­τας, όχι μό­νο όσον αφο­ρά την τέ­χνη του Μα­ζω­νά­κη, το λαϊ­κό-ποπ τρα­γού­δι, ένα εί­δος που εν­δε­χο­μέ­νως να έχει εφεύ­ρει, σί­γου­ρα πρω­το­συ­στή­σει, αλ­λά το ίδιο το ποιόν του καλ­λι­τέ­χνη, την δη­μό­σια πα­ρου­σία του όχι μό­νο στη πί­στα της νύ­χτας, αλ­λά σε διά­φο­ρα άλ­λα πλα­τό της ζω­ής, δη­μό­σιας και προ­σω­πι­κής, κα­θώς και σε άλ­λες τέ­χνες, στο σι­νε­μά, στη τη­λε­ό­ρα­ση, στη φω­το­γρα­φία, στη μό­δα, στη πα­ρα­στα­σια­κό­τη­τα γε­νι­κά.

Σαν ποπ καλ­λι­τέ­χνης, με την αυ­στη­ρό­τη­τα του όρου (δη­λα­δή, σε βαθ­μό που ανή­κει στην μα­ζι­κή βιο­μη­χα­νία της θε­ά­μα­τος), ο Μα­ζω­νά­κης δεν χω­ρά­ει σε κα­νέ­να κα­λού­πι. Και ο τρό­πος που χει­ρί­ζε­ται την φή­μη του, την περ­σό­να του και την βιο­μη­χα­νία στην οποία ανα­γκα­στι­κά βρί­σκε­ται — του­λά­χι­στον, σαν πο­ρεία μέ­σα στον χρό­νο, σαν ιστο­ρία — δεν έχει εφά­μιλ­λες πε­ρι­πτώ­σεις. Σί­γου­ρα, όχι στην Ελ­λά­δα. Η κα­ριέ­ρα του και ο τρό­πος που χει­ρί­ζε­ται την ει­κό­να του σε σχέ­ση με τον εαυ­τό του μου θυ­μί­ζει την Ριάν­να, η οποία κα­τ’ ου­σί­αν έχει εγκα­τα­λεί­ψει την μου­σι­κή και ασχο­λεί­ται με την μό­δα, για­τί δεν αφή­νει τον εαυ­τό της έρ­μαιο στην βιο­μη­χα­νία.

Μου­σι­κά, ο Μα­ζω­νά­κης δεν έχει όρια, άσχε­τα αν επι­δέ­χε­ται διά­φο­ρες τα­μπέ­λες. Ακό­μα κι αυ­τές εί­ναι ασυ­νάρ­τη­τες και ανι­στό­ρη­τες. Εξάλ­λου στα κα­ψου­ρο­τρά­γου­δα, δη­λα­δή torch songs που εί­ναι το ορί­τζι­ναλ όνο­μα του εί­δους, με­γα­λούρ­γη­σε μο­να­δι­κά η Billie Holiday. Κά­πως έτσι, με αυ­τόν τον μπλουζ τρό­πο, λέ­ει συ­γκλο­νι­στι­κά το «Ξη­με­ρώ­νει πά­λι» και το «Τέσ­σε­ρις» με σό­λο πιά­νο. Το «Μου λεί­πεις» εί­ναι σκα ρυθ­μός, θα μπο­ρού­σαν να το εί­χαν παί­ξει οι Specials στο πανκ Λον­δί­νο το 1979. Βέ­βαια το ανα­το­λί­τι­κο βιο­λί, που ήταν αυ­το­σχέ­δια έμπνευ­ση του βιο­λι­στή Νί­κου Χα­τζό­που­λου βα­θιά με­σά­νυ­χτα στο στού­ντιο, κά­νει το τρα­γού­δι λαϊ­κό. Ο Μα­ζω­νά­κης θα μπο­ρού­σε κάλ­λι­στα να εί­χε τρα­γου­δή­σει Άσι­μο. «Η φι­λο­σο­φία μου», που εί­ναι ένα χα­ρού­με­νο ρέ­γκε τρα­γού­δι ξε­νοια­σιάς, κα­θό­λου λαϊ­κό, έχει στοι­χεία Άσι­μου και Άκη Πά­νου μα­ζί όσον αφο­ρά την ψυ­χο­σύν­θε­ση που σκα­ρώ­νει ο Μα­ζω­νά­κης. Για­τί ο ερ­μη­νευ­τής αυ­τός υπήρ­ξε όντως συν­θέ­της, όχι τρα­γου­διών αλ­λά κα­τα­στά­σε­ων και αι­σθή­σε­ων, που υπερ­βαί­νουν την μου­σι­κή σύν­θε­ση και γί­νο­νται εμ­βλη­μα­τι­κές αυ­τές κα­θαυ­τές (Gucci, Ζη­λεύω, Ανή­κω σε μέ­να, Παι­δί της νύ­χτας).

Πιο σω­στά, ο Μα­ζω­νά­κης γί­νε­ται συν­θέ­της κυ­ριο­λε­κτι­κά ως δέ­κτης προ­βο­λών δια­φό­ρων μου­σι­κών και στι­χουρ­γών που έγρα­ψαν τρα­γού­δια γι’ αυ­τόν και εξ αι­τί­ας του. (Όχι απα­ραί­τη­τα κα­λά τρα­γού­δια, αλ­λά αυ­τό δεν έχει ση­μα­σία.) Με τον ίδιο τρό­πο, πα­ρα­λαμ­βά­νει ό,τι ο κό­σμος ακου­μπά­ει πά­νω του, όλες τις προσ­δο­κί­ες, τις υπερ­βο­λές, τις ψυ­χο­κοι­νω­νι­κές ταυ­τί­σεις, τις φα­ντα­σιώ­σεις, τα τραύ­μα­τα, και τα με­τα­τρέ­πει — τα συν­θέ­τει — σε κα­τα­στά­σεις και αι­σθή­σεις. Μπο­ρεί και ψευ­δαι­σθή­σεις — κι αυ­τό δεν έχει ση­μα­σία, για­τί ο τρό­πος που ο συ­γκε­κρι­μέ­νος συμ­με­τέ­χει στο ψεύ­δος τε­λι­κά το απο­κα­λύ­πτει, το ξε­χω­ρί­ζει και το αφαι­ρεί από το δή­θεν μέ­σα στο οποίο πλα­σά­ρε­ται, πω­λεί­ται και κα­τα­να­λώ­νε­ται.
«Εγώ εί­μαι στα οξύ­μω­ρα» λέ­ει στην τε­λευ­ταία του συ­νέ­ντευ­ξη, η οποία από μό­νη της πρέ­πει να με­τρη­θεί σαν απώ­τε­ρη περ­φόρ­μανς, δί­χως μα­κι­γιάζ και λού­σα, δί­χως εφέ, έτσι σκέ­τα. «Στο σκο­τά­δι βρί­σκω φως» συ­μπλη­ρώ­νει. Το λέ­ει χω­ρίς κα­νέ­να ίχνος επι­θυ­μί­ας του κα­τα­ρα­μέ­νου ποι­η­τή που απο­ζη­τά την κα­τά­θλι­ψη, την εξα­θλί­ω­ση, ως έμπνευ­ση. Το εν­νο­εί κυ­ριο­λε­κτι­κά, ως παι­δί της νύ­χτας. Κι έτσι φω­τί­ζε­ται.

Κα­τοι­κεί, λοι­πόν, στις αντι­φά­σεις του, στην αντι­κα­νο­νι­κό­τη­τα του, την οποία φαί­νε­ται να επι­λέ­γει συ­νει­δη­τά αφό­του κα­θιε­ρω­θεί ως νε­α­ρός σταρ του ηδο­νι­κού ατο­μι­κι­σμού και απο­λί­τι­κης ελευ­θε­ριό­τη­τας στην δε­κα­ε­τία του ’90. Πα­ρα­δό­ξως, δεν κά­θε­ται στο κα­θε­στώς του συ­στή­μα­τος για το οποίο πα­ρά­γει εμπό­ρευ­μα. Αντι­φά­σκει.
Βέ­βαια, δεν χω­ρά­ει αμ­φι­βο­λία ότι αντι­κει­με­νι­κά υπήρ­ξε συ­νέ­νο­χος σε αυ­τή την πα­ρακ­μή της ελ­λη­νι­κής κοι­νω­νί­ας, εν­δε­χο­μέ­νως άθε­λα του, αλ­λά δεν ξέ­ρω αν και αυ­τό έχει ση­μα­σία να το κρί­νου­με σε αυ­τό το επί­πε­δο. Σί­γου­ρα δεν στρογ­γυ­λο­κά­θι­σε στον θρό­νο της αθλιό­τη­τας. Αρ­νεί­ται ακό­μη και το τα­ξι­κό άλ­μα, πα­ρά τα χρή­μα­τα που βγά­ζει. Πα­ρά την σπι­τα­ρώ­να και την εκά­στο­τε σι­νιέ η αλ­λό­κο­τη αμ­φί­ε­ση, η οποία εί­ναι και μέ­ρος του περ­φόρ­μανς, δεν νε­ο­πλου­τί­ζει με το ύφος που έχου­με συ­νη­θί­σει να βλέ­που­με πα­ντού, όσο κι αν αναμ­φι­σβή­τη­τα πλου­τί­ζει. Ού­τε όμως μέ­νει γρα­φι­κά τα­πει­νός, μια άλ­λη μορ­φή αλα­ζο­νεί­ας και λαϊ­κού εμπο­ρεύ­μα­τος. Του­να­ντί­ον, ιδιαί­τε­ρα τα τε­λευ­ταία 10-15 χρό­νια, ξε­φεύ­γει από κά­θε όριο κα­θω­σπρε­πι­σμού. Κα­τα­λύ­ει τα ίδια τα όρια του εαυ­τού, υπη­ρε­τεί την περ­σό­να Μα­ζώ, την οποία την σμι­λεύ­ει σαν γλυ­πτό διαρ­κεί­ας, με μια αξιο­θαύ­μα­στη πλα­στι­κό­τη­τα που κα­ταρ­ρα­κώ­νει τα κλι­σέ κά­θε ταυ­το­τι­κής λο­γι­κής, κά­θε απο­κού­μπι κα­νο­νι­κό­τη­τας.

Με αυ­τή την έν­νοια και μό­νο, η τέ­χνη του, ως πα­ρα­στα­σια­κό συμ­βάν, ως σύμ­βο­λο και ως imago της κοι­νω­νί­ας, ανοί­γε­ται σε queer δια­στά­σεις. Βέ­βαια, η σε­ξουα­λι­κό­τη­τα του Γιώρ­γου Μα­ζω­νά­κη, ως υπο­κεί­με­νο, δεν μας αφο­ρά, οπου­δή­πο­τε βρι­σκό­μα­στε πο­λι­τι­κά, έμ­φυ­λα και σε­ξουα­λι­κά. Ο ίδιος εξάλ­λου έκα­νε τα πά­ντα για να ξε­χω­ρί­σει την περ­σό­να, το προ­σω­πείο, από το πρό­σω­πο, την δη­μο­σιό­τη­τα του Μα­ζώ από την ιδιω­τι­κό­τη­τα του ΓΜ, την τέ­χνη από την ταυ­τό­τη­τα. Και με αυ­τή την έν­νοια επί­σης πα­ρί­στα­ται στην queer τέ­χνη.

Στην τε­λευ­ταία του συ­νέ­ντευ­ξη κά­ποια στιγ­μή λέ­ει κά­τι συ­γκλο­νι­στι­κό: «όταν κά­ποιος μου θυ­μί­ζει ποιος εί­μαι δα­κρύ­ζω… για­τί πά­ντα υπάρ­χει κά­ποιος να σου θυ­μί­σει ποιος εί­σαι». Μό­νο ένας άν­θρω­πος που κα­τα­νο­εί το εγώ ως κά­τι που 1ον δια­μορ­φώ­νε­ται εκτός του εαυ­τού σου και 2ον πά­ντα ση­μα­το­δο­τεί­ται εξ αι­τί­ας και εντός του κό­σμου κά­ποιου άλ­λου μπο­ρεί να απο­φαν­θεί με τέ­τοιο τρό­πο, να συν­δέ­σει τα συ­ναι­σθή­μα­τα του με κά­τι που τον ξε­περ­νά.

Ο άν­θρω­πος αυ­τός, που κά­τω από πε­ρί­ερ­γες συν­θή­κες που δεν αξί­ζει να σχο­λιά­σου­με σε επί­πε­δο κου­τσο­μπο­λιού, κα­τέ­λη­ξε έγκλει­στος στο Δρο­μο­κα­ΐ­τειο, έστω και για με­ρι­κές μέ­ρες, δεν φαί­νε­ται να έχει κα­νέ­να δι­χα­σμό προ­σω­πι­κό­τη­τας. Θλί­ψη φαί­νε­ται να έχει στην συ­νέ­ντευ­ξη, την θλί­ψη ενός αν­θρώ­που που υπέ­φε­ρε στα χέ­ρια αγα­πη­μέ­νων του. Κι όμως την φέ­ρει στη κά­με­ρα με αξιο­ση­μεί­ω­τη νη­φα­λιό­τη­τα και αυ­το­πε­ποί­θη­ση. Θυ­μά­μαι, μια απά­ντη­ση του Τε­λό­νιους Μονκ, όταν βγαί­νο­ντας από την κλι­νι­κή σε ανά­λο­γη πε­ρί­πτω­ση ρω­τή­θη­κε προ­κλη­τι­κά από κά­ποιον δη­μο­σιο­γρά­φο αν χαί­ρει κα­λής ψυ­χι­κής υγεί­ας: «Εγώ έχω και χαρ­τί να το απο­δεί­ξω, εσείς έχε­τε;»

Όμως με­τά από αυ­τό, ήρ­θε και τό 'στρω­σε ο θά­να­τος. Ένας θά­να­τος που φα­νέ­ρω­σε μια τρα­γι­κή κοι­νω­νι­κή αλή­θεια. Τον Μα­ζω­νά­κη δεν τον κα­τα­σπά­ρα­ξε το σύ­στη­μα, πα­ρό­τι έγι­νε σού­περ σταρ μι­κρός, ει­κο­σά­χρο­νος. Δεν τον εξό­ντω­σαν οι εται­ρί­ες, οι μα­φί­ες της νύ­χτας. «Ο Μα­ζω­νά­κης δη­μιούρ­γη­σε τη νύ­χτα» εί­πε προ­χτές ο Κρα­ου­νά­κης. Δεν ξε­φτι­λί­στη­κε στα κα­νά­λια, δεν τον έφα­γε η έπαρ­ση, η μι­κρο­πρέ­πεια, ο φθό­νος με­τα­ξύ συ­να­δέλ­φων, η επι­θυ­μία για στα­ρι­λί­κι και όλα αυ­τά που κα­τα­βρο­χθί­ζουν νέ­ους για τις μπίζ­νες του θε­ά­μα­τος. Πα­ρό­λες τις ου­σί­ες, τις εξαλ­λο­σύ­νες, τις σω­μα­τι­κές φθο­ρές που υπέ­στη ως παι­δί της νύ­χτας, ο Μα­ζω­νά­κης δεν ξέ­φτι­σε, δεν κά­η­κε, δεν συν­θη­κο­λό­γη­σε. Δεν πέ­θα­νε από υπερ­βο­λι­κή δό­ση, δεν σκο­τώ­θη­κε οδη­γώ­ντας με­θυ­σμέ­νος στην πα­ρα­λια­κή, δεν αυ­το­κτό­νη­σε — όπως ο βω­μός του θε­ά­μα­τος πολ­λές φο­ρές απαι­τεί. Όμως εντέ­λει πέ­θα­νε ανυ­πε­ρά­σπι­στος. Ένας άν­θρω­πος με τέ­τοια οι­κο­νο­μι­κή και συμ­βο­λι­κή ισχύ πέ­θα­νε σαν το σκυ­λί στ’ αμπέ­λι, σαν το φτω­χό παι­δί που έπε­σε στο λάκ­κο κά­ποιων σκι­τζή­δων που το σύ­στη­μα καλ­λιερ­γεί στο απυ­ρό­βλη­το.

Αυ­τό το άδι­κο τέ­λος θα μεί­νει ανε­ξί­τη­λο, τον κλεί­δω­σε ως μύ­θο. «Εί­μαι ό,τι βλέ­πουν οι άλ­λοι και ό,τι κρα­τάω για μέ­να. Ό,τι εί­μαι εί­ναι ένα όριο που το ξε­πέ­ρα­σα, δεν το πα­ρα­βί­α­σα, απλά το ξε­πέ­ρα­σα».

Όλα αυ­τά στρο­βι­λί­ζο­νται στο μυα­λό μου ενώ περ­πα­τάω ανά­με­σα σε τά­φους στο νε­κρο­τα­φείο του Highgate στο Λον­δί­νο κι ανα­λο­γί­ζο­μαι θα­νά­τους.

Ο θά­να­τος το στρώ­νει / Όσο ζω Μα­ζώ―

__________
ΥΓ. Ευ­χα­ρι­στώ την Χα­ρι­τί­νη Ξύ­δη και τον Αλέ­ξαν­δρο Πα­πα­γε­ωρ­γί­ου για σκέ­ψεις που με έβα­λαν σε σκέ­ψεις.

Next
Next

Άξιος και γενναιόδωρος δάσκαλος