Πώς γράφεται το ανείπωτο;

Έργο του Γιώργου Χατζημιχάλη από το εξώφυλλο του βιβλίου

Παντελής Μπουκάλας, «Είκοσι», Άγρα 2026

Πόσο το ανέ­βα­λα αυ­τό το γρά­ψι­μο.

Όσο ανέ­βα­λα το διά­βα­σμα.

Ήξε­ρα πως δεν αντέ­χε­ται. Ήξε­ρα για το βι­βλίο, όπως κά­πο­τε έμα­θα για το συμ­βάν, κι ο τρό­μος μου για εκεί­νο ήρ­θε και αγκά­λια­σε τον θαυ­μα­σμό μου για εκεί­νον που το έζη­σε, που επέ­ζη­σε, δε­κα­πέ­ντε χρό­νια τώ­ρα, για να γρά­ψει. Τα ήξε­ρα όλα αυ­τά πριν δια­βά­σω το Εί­κο­σι του Πα­ντε­λή Μπου­κά­λα. Γι’ αυ­τό το ανέ­βα­λα. Δεν τολ­μού­σα, για­τί ήξε­ρα ότι δεν θα το άντε­χα.
Όμως – και σω­στά – ο θαυ­μα­σμός που εί­χα ήδη, επει­δή ήξε­ρα, επι­κρά­τη­σε. Και ευ­τυ­χώς. Για­τί υπάρ­χουν κά­ποιες φο­ρές που ό,τι δεν αντέ­χε­ται αξί­ζει να το συ­να­πα­ντή­σεις. Στη ποί­η­ση μι­λάω, για­τί στη ζωή ποιος και ποια μας δεν απεύ­χε­ται τέ­τοιο συ­να­πά­ντη­μα. Αφού για ποί­η­ση μι­λά­με, προ­σπά­θη­σα μέ­σα στη ποί­η­ση οδύ­νης του Μπου­κά­λα να στα­θώ.

Για­τί το θέ­μα της, ο θά­να­τος του αγα­πη­μέ­νου σου παι­διού, ο άδι­κος θά­να­τος, ο πρό­ω­ρος θά­να­τος, το κα­κό συ­να­πά­ντη­μα, εί­ναι ο με­γα­λύ­τε­ρος μου τρό­μος. Στη σκέ­ψη του και μό­νο γί­νο­μαι κομ­μά­τια, στο όνει­ρο αν μου τύ­χει η σκέ­ψη αυ­τή παύω να υφί­στα­μαι. Γι’ αυ­τό το ανέ­βα­λα.

Όμως για ποί­η­ση μι­λά­με. Και πώς, αλή­θεια, γρά­φε­ται τέ­τοια ποί­η­ση; Πώς γρά­φε­ται το ανεί­πω­το; Ποιες, πού, τι, εί­ναι αυ­τές οι λέ­ξεις που τολ­μούν να το πουν; Τι πα­θαί­νουν οι λέ­ξεις αυ­τές όταν το γρά­φουν; Δεν ξέ­ρω να σας πω. Μό­νο να τις δια­βά­σω.

Ο θαυ­μα­σμός μου για τον Μπου­κά­λα έχει πολ­λά χρό­νια μέ­σα του – για την ποί­η­ση του, την σκέ­ψη του, την έντι­μη στά­ση του, το χιού­μορ του, την πά­ντα δια­κρι­τι­κή του οξυ­δέρ­κεια. Δεν έχω γρά­ψει πο­τέ για έρ­γα του – και εί­ναι πολ­λά και με­ρι­κά έχουν υπάρ­ξει καί­ρια σε διά­φο­ρες φά­σεις της ζω­ής μου. Για το Εί­κο­σι ήθε­λα να γρά­ψω εξ αρ­χής. Πριν το δια­βά­σω. Γνω­ρί­ζο­ντας πό­σο επώ­δυ­νο θα μου ήταν να το δια­βά­σω. Με απα­σχο­λού­σε – με προ­κα­λού­σε – αυ­τό ακρι­βώς το ερώ­τη­μα: Πώς γρά­φεις για το ανεί­πω­το; Πώς ποιείς το τε­λε­σί­δι­κα πλέ­ον αποί­η­το;

Πα­ρέν­θε­ση-πλαί­σιο-ανα­βο­λή:

Ανα­στο­χα­ζό­με­νος τώ­ρα που πέ­ρα­σαν τα χρό­νια, συ­νει­δη­το­ποιώ δύο πράγ­μα­τα απο­λύ­τως σχε­τι­κά. Πρώ­τον, ότι ο θά­να­τος υπήρ­ξε ανέ­κα­θεν για μέ­να βα­σι­κός λό­γος – έναυ­σμα αλ­λά και εν πολ­λοίς θέ­μα και ανά­γκη – να γρά­φω ποι­ή­μα­τα. Δεύ­τε­ρον, ότι ανέ­κα­θεν στη ποί­η­ση με έλ­κυε, με προ­κα­λού­σε, με ανα­στά­τω­νε, το πρό­βλη­μα του αυ­στη­ρά προ­σω­πι­κού, του εσώ­ψυ­χου, του στοι­χεί­ου αυ­τού που υπάρ­χει βα­θιά μέ­σα στη ψυ­χή/σώ­μα. Πά­ντα βέ­βαια σε συ­νάρ­τη­ση με κά­ποια ετε­ρό­τη­τα, εν­νο­εί­ται, με κά­ποιο έξω, με κά­ποιο άλ­λο χω­ρίς το οποίο δεν μπο­ρεί να συ­γκρο­τη­θεί, αλ­λά πά­ντα ως έσω, ως τι συμ­βαί­νει εντός. Αυ­τό εί­ναι το ει­δι­κό βά­ρος της ποί­η­σης. Και το λέω και το νιώ­θω ακό­μη και στις πιο βα­θιά πο­λι­τι­κές μου αρ­χές και επι­θυ­μί­ες, ακό­μη και στην επι­μο­νή και από­λαυ­σή μου να σκα­ρώ­νω μυ­θι­κές και θε­α­τρι­κές κα­τα­στά­σεις, ει­ρω­νι­κές και αλ­λη­γο­ρι­κές πα­ρα­στά­σεις, πα­ρα­βο­λές.

Εί­ναι εύ­κο­λο, αλ­λά κα­θό­λου χρή­σι­μο, να θε­ω­ρη­θεί το προ­σω­πι­κό στην ποί­η­ση ως έν­δει­ξη μιας κλα­σι­κά δε­δο­μέ­νης έλ­ξης/πρά­ξης λυ­ρι­σμού. Αυ­τό που πε­ρι­γρά­φω εί­ναι το βα­σι­κό στοι­χείο της ποί­η­σης του Αλε­ξάν­δρου, αν το σκε­φτού­με σο­βα­ρά, ή και του Χιό­νη (Εσω­τι­κά το­πία) – λέω δυό ονό­μα­τα που μου ήρ­θαν αλό­γι­στα, αλ­λά ακρι­βώς ως πε­ρι­πτώ­σεις που δεν θα κα­τα­χω­ρί­ζο­νταν πο­τέ σε τέ­τοια οπτι­κή. Εξί­σου αλό­γι­στα θυ­μά­μαι ότι ο Αντόρ­νο θε­ω­ρού­σε τον Μπρε­χτ ―που τον αντι­πα­θού­σε, όπως ξέ­ρου­με― ως τον κο­ρυ­φαίο Γερ­μα­νό λυ­ρι­κό ποι­η­τή του 20ού αιώ­να.

Εί­τε έτσι εί­τε αλ­λιώς, απο­φεύ­γο­ντας την ευ­κο­λία του λυ­ρι­σμού, κα­τα­νοώ πώς το Εί­κο­σι του Μπου­κά­λα, ως ποι­η­τι­κό εγ­χεί­ρη­μα πριν ακό­μη το δια­βά­σω, αγ­γί­ζει τον πυ­ρή­να του τι ση­μαί­νει ποί­η­ση στη ζωή μου και από τις δυο πλευ­ρές της, της γρα­φής και της ανά­γνω­σης.

Κλεί­νω την πα­ρέν­θε­ση/ανα­βο­λή και επα­νέρ­χο­μαι. 

Ο Μπου­κά­λας έχει κα­τα­φέ­ρει κά­τι πο­λύ δύ­σκο­λο. Να ενερ­γο­ποι­ή­σει τις τε­ρά­στιες γνώ­σεις του για την γλώσ­σα, την ιστο­ρία των ποι­η­τι­κών μορ­φών, τις πολ­λα­πλές πτυ­χές της ποι­η­τι­κής – έναν πλού­το σκέ­ψης που έχει εξάλ­λου κα­τα­γρα­φεί σε ένα τε­ρά­στιο και πο­λυ­σχι­δές συγ­γρα­φι­κό έρ­γο – χω­ρίς ού­τε στιγ­μή να τι­θα­σεύ­σει την ψυ­χή του.

Ενώ το ένα ποί­η­μα με­τά το άλ­λο ανα­τρέ­χει στο συμ­βάν, στο αμε­τά­κλη­το γε­γο­νός, στο αυ­στη­ρά και δε­δο­μέ­να προ­σω­πι­κό – la mort est une affaire personnelle, λέ­ει κά­ποια στιγ­μή ο Αλε­ξάν­δρου από τα βά­θη της εξο­ρί­ας και ανα­ρω­τιέ­ται ποιος του το εί­πε κά­πο­τε ενώ βε­βαί­ως αυ­τός ο κά­ποιος εί­ναι ο ίδιος και το κά­πο­τε εί­ναι ο αό­ρι­στος χρό­νος – ενώ, δη­λα­δή, ο ποι­η­τής δεν κά­νει εκ­πτώ­σεις στο πραγ­μα­τι­κό, δεν αλ­λη­γο­ρεί – το ’χει αυ­τό η ζωή / εί­ναι πραγ­μα­τι­κή – το κα­τα­φέρ­νει χω­ρίς να τι­θα­σεύ­σει την ψυ­χή του, η οποία σέρ­νει την οδύ­νη της μέ­σα σε κά­θε λέ­ξη που αγκι­στρώ­νε­ται στο χαρ­τί.

Ταυ­τό­χρο­να δεν διο­λι­σθαί­νει στο εύ­κο­λο μο­νο­πά­τι της λε­γό­με­νης εξο­μο­λο­γη­τι­κής ποί­η­σης (confessional poetry), ένα εί­δος που άν­θι­σε κυ­ρί­ως στην αμε­ρι­κα­νι­κή πα­ρά­δο­ση αλ­λά πλέ­ον τεί­νει να εί­ναι κυ­ρί­αρ­χο στοι­χείο στις σω­ρούς ποι­η­τι­κών βι­βλί­ων που πα­ρά­γο­νται πα­γκο­σμί­ως. Ού­τε ασκεί κά­ποια πρά­ξη αυ­το­θε­ρα­πευ­τι­κής υπέρ­βα­σης, ακό­μη κι αν ξε­κί­νη­σε – το ποί­η­μα αυ­τό δεί­χνει – από νάρ­κης του άλ­γους δο­κι­μές (βλ. ΥΓ2), ακρι­βώς επει­δή διαρ­κώς δο­κι­μά­ζε­ται σκλη­ρά μέ­σα από αυ­τές τις δό­λιες λέ­ξεις, που κυ­νη­γά­νε/κυ­νη­γιού­νται από το ανεί­πω­το, και υπο­φέ­ρει, δεν αντέ­χει.

Στην οδύ­νη του μέ­σα ο Μπου­κά­λας αφή­νε­ται να κυ­λι­στεί ποι­η­τι­κά μέ­σα σε κά­ποιες εγ­γε­νείς στο λε­κτι­κό ξε­ψύ­χι­σμα μορ­φές: στο μοι­ρο­λόι, την τρα­γω­δία, την ελε­γεία, την επω­δή, την προ­σευ­χή, το ανά­θε­μα, το ξό­δι, το ξόρ­κι, την κα­τά­ρα. Μα και στο κά­λε­σμα επί­σης, που εί­ναι συ­νά­μα προ­σφώ­νη­ση, ονο­μα­το­θέ­τη­ση, ανά­κλη­ση, ανά­μνη­ση, μα­ζί με χά­δι. Το πώς – με πό­σους τρό­πους, λέ­ξεις, φω­νές – ο ποι­η­τής επι­ζών γο­νιός κα­λεί τον άλ­λον της ψυ­χής του, το παι­δί που έχα­σε, που το πή­ρε ο Ανί­κη­τος Άλ­λος, εί­ναι συ­γκλο­νι­στι­κό. Σαν μου­σι­κό μο­τί­βο που επα­νέρ­χε­ται όταν φω­νή δεν βγαί­νει πια να τρα­γου­δή­σει.

Από το ανά­σα μου που συ­ντί­θε­ται μέ­σα από το ευ­χε­τι­κά υπο­θε­τι­κό «αν» και το απευ­χε­τι­κά απο­συν­δε­τι­κό «ας» μέ­χρι το μο­νά­κρι­βο μι­κρέ μου που γί­νε­ται πι­κρέ μου στις πρώ­τες κιό­λας σε­λί­δες, φεύ­γου­με μα­ζί του σε μια αμεί­λι­κτη ροή κα­λε­σμά­των: χω­μα­τού­λι μου, δε­ντρί μου, καη­μέ μου αμά­ρα­ντε, αστε­ρά­κι μου, ει­κο­σα­ρά­κι μου γλυ­κό σα­ρά­κι μου, πλά­τα­νε μου, προ­σφυ­γά­κι μου, πε­φτα­στέ­ρι μου, ονει­ρά­κι μου, φαρ­μά­κι μου αυ­γε­ρι­νό για να κα­τα­λή­ξει απλά στο γιέ μου, την τε­λευ­ταία λέ­ξη του έρ­γου πριν τον επί­λο­γο του μνή­μα­τος: η χα­ραγ­μέ­νη πλά­κα / το μό­νο έγκυ­ρο γρα­πτό μας / το πιο δι­κό μας / και ας το δού­λε­ψε μη­χα­νι­κά ένα ξέ­νο χέ­ρι / εθι­σμέ­νο στην απά­θεια.

Το ποί­η­μα αυ­τό, σαν έρ­γο συ­νο­λι­κά, δεν αντέ­χε­ται. Το εί­πα ήδη. Ο Μπου­κά­λας πολ­λές φο­ρές λέ­ει κά­τι ανά­λο­γο: «το εί­πα ήδη» με­ρι­κές φο­ρές ερω­τη­μα­τι­κά «όντως το εί­πα;» στο τέ­λος θυ­μω­μέ­να «το ξα­νά­πα, και;», ζο­ρί­ζο­ντας μας να μπού­με κι εμείς μέ­σα στην επα­νά­λη­ψη που ασκεί το πα­ρα­λή­ρη­μα του πέν­θους και του μοι­ρο­λο­γιού, η σάρ­κι­νη γο­μο­λά­στι­χα που σε κά­νει να ξε­χνάς και να (ξα­να)θυ­μά­σαι ταυ­το­χρό­νως, να εύ­χε­σαι και να αφο­ρί­ζεις ταυ­το­χρό­νως, να επα­νέρ­χε­σαι και να κα­τα­ριέ­σαι που επα­νέρ­χε­σαι.

Για­τί το ανεί­πω­το – η χώ­ρα του αμε­τά­φρα­στου – αυ­τό κά­νει στις λέ­ξεις. Σου τις παίρ­νει και ψά­χνεις να τις ξα­να­βρείς – με κυ­νη­γούν οι αδυ­σώ­πη­τες / για να μου πά­ρουν πί­σω το αί­μα που τους έκλε­ψα / και στή­νουν ξό­βερ­γες/πα­γί­δες/βρό­χια/δί­χτυα / σα­γή­νες στή­νουν. Κι όταν τις βρί­σκεις σι­χτι­ρί­ζεις – οι λέ­ξεις μου όλες σα­πι­σμέ­νες / δεν σου πρέ­πουν – και βέ­βαια ντρέ­πε­σαι που έχεις λέ­ξεις καν, ντρέ­πε­σαι που (τις) γρά­φεις: να ντρέ­πο­μαι για τη φω­νή και την ανα­πνοή μου.

Δεν ξέ­ρω κι εγώ για­τί (σας) γρά­φω. Από δέ­ος, ναι, γι’ αυ­τό το άγ­γιγ­μα. Για­τί το οφεί­λω. Για­τί η ποί­η­ση που αξί­ζει δεν (πρέ­πει να) αντέ­χε­ται. (Πρέ­πει να) ενέ­χε­ται.

Ση­μειώ­νω κά­ποιους στί­χους για­τί οφεί­λουν να κα­τα­λή­ξουν έξω από τις σε­λί­δες τους, να βρε­θούν εντός (του) άλ­λου, να πε­ρά­σουν (στο) αλ­λού.

Το ’χει αυ­τό η ζωή.
Δεν σε ρω­τά­ει.

ΤΟ ΜΟ­ΝΟ ΑΓΩ­ΝΙ­ΣΜΑ
η ζωή
που δεν προ­βλέ­πε­ται
ισο­πα­λία.

Κι πώς μπο­ρώ να λέω ΘΑ­να­το το θά­να­το
ξε­χνώ­ντας ότι πρό­κει­ται για ενε­στώ­τα διαρ­κεί­ας

ΤΟ ΤΡΕ­ΜΩ
το κτή­νος
που γί­νε­ται
ο άν­θρω­πος
για ν’ αντέ­ξει.
Που πρέ­πει
να γί­νει.
Το τρέ­μω.
Το μι­σώ.
Και το σι­χαί­νο­μαι.
Το ευ­γνω­μο­νώ.

Τι βιά­στη­κες, κλω­νά­ρι μου,
να ξε­κορ­μί­σεις;

Στα ισό­βια εί­κο­σί σου
τα αιώ­νια
Με λη­στε­μέ­νο το ωραίο
το ιε­ρό δι­καί­ω­μα της φθο­ράς

τα δά­κρυα, που τρέ­χουν πά­ντα προς τα μέ­σα

Αχ και να ’μουν λέ­ει η μπά­λα σου
Και να με κλώ­τσα­γες
με την μα­νία σου την τρυ­φε­ρό­τα­τη
όλη…
Και να ’μουν το στυ­λό που τσά­κι­ζες
Στα νεύ­ρα σου
Κι όλες οι λέ­ξεις που δεν θα ’γρα­φες πο­τέ
δεν έγρα­ψες
αυ­τές να ήμουν να γι­νό­μουν…
Ο θά­να­τος σου να ’μουν
και να πέ­θαι­να.
Εγώ να πέ­θαι­να
ζω­ού­λα μου.

Κι εκεί έκλα­ψα.


_________________
ΥΓ 1. Σε άλ­λο κεί­με­νο θα μπο­ρού­σα, θα ήθε­λα και θα όφει­λα, να γρά­ψω για τον ρό­λο που παί­ζει στην ψυ­χή και στο ξε­ψύ­χι­σμα, ταυ­τό­χρο­να και εξί­σου σε αυ­τόν που έφυ­γε και σε αυ­τόν που έμει­νε και ψά­χνει, η φλό­γα που σου έβα­φε τη φα­νέ­λα κόκ­κι­νο βα­θύ, το γαύ­ρι­κο πά­θος για τον Θρύ­λο, ως ένα μου­σι­κά υπαρ­ξια­κό μο­τί­βο που δια­περ­νά­ει τις σε­λί­δες του μοι­ρο­λο­γιού σαν μπά­λα με τέ­λεια φάλ­τσα.

ΥΓ 2. Ευ­χα­ρι­στώ τον Δη­μή­τρη Πα­πα­νι­κο­λά­ου που γρά­φο­ντας πρό­σφα­τα για το Εί­κο­σι στο Βή­μα με έσπρω­ξε να βγω από την ανα­βλη­τι­κό­τη­τα μου.

Next
Next

Ο θάνατος το στρώνει / Όσο ζω Μαζώ