Άξιος και γενναιόδωρος δάσκαλος
Το Βήμα της Κυριακής (23 Αυγούστου 2026)
Ακόμη κι αν τον θάνατο του φίλου σου τον περιμένεις και θεωρείς ότι έχεις προετοιμαστεί γι’ αυτό, δεν τον αντέχεις. Ό,τι και να κάνεις ανοίγεται μπροστά σου ένα χάσμα που καμία ανάμνηση δεν μπορεί να γεφυρώσει. Ο χρόνος κόβεται—κυριολεκτικά.
Κι εκεί φαίνεται η ανεπάρκεια. Ανατρέχεις στη μνήμη, ανατρέχεις στα λόγια, η αγάπη σου γι’ αυτόν ξεχειλίζει, όμως την φωνή του δεν θα την ξανακούσεις ποτέ. Δεν θα ξαναγελάσετε μαζί, δεν θα μοιραστείτε ξανά τα ωραία και τα ευτελή της ζωής—ένα μπάνιο στη θάλασσα, ένα ευφυές απόφθεγμα, μια βόλτα στη Νέα Υόρκη, ένα καλό κρασί, μια συγκλονιστική ιδέα. Από δω και στο εξής εσύ είσαι από αυτή τη μεριά του χάσματος και ο αγαπημένος σου φίλος απ’ την άλλη.
Ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς ήταν ο σεμνότερος άνθρωπος που έχω γνωρίσει στη ζωή μου. Δεν γούσταρε τα μεγάλα λόγια, τους επαίνους, τις καταληκτικές αποφάνσεις. Ντρεπόταν πραγματικά όταν κάποιος τον φιλοδωρούσε με λόγια. Αυτός ο μαέστρος των λέξεων, μια ρέουσα πηγή ερωτημάτων και ιδεών, ως γνήσιος στοχαστής επεδίωκε περισσότερο τις απορίες, τους ανεξερεύνητους δρόμους, τα βασικά προβλήματα του κόσμου που δεν επιδέχονται εύκολες λύσεις, έτοιμα λόγια.
Κι αυτό θα το σεβαστώ. Ιδιαίτερα στις σελίδες αυτής της εφημερίδας μέσω των οποίων, δεκαετίες τώρα, ο ίδιος τίμησε με την ευθύνη του τον δημόσιο λόγο. Θα μνημονεύσω μόνο το εξής.
Ο Τσουκαλάς υπήρξε άξιος και γενναιόδωρος δάσκαλος σε μεγάλη χρονική διάρκεια. Διεύρυνε τον ορίζοντα της σκέψης πολλών γενεών και έχει αναγνωριστεί γι’ αυτό. Υπήρξε δάσκαλος και για μένα. Όταν τον πρωτογνώρισα ήμουν ακόμη φοιτητής. Και μέσα σε αυτή την πολυετή φιλία μας, μες την διαρκή αλληλεγγύη σκέψεων και συναισθημάτων, πάντα αισθανόμουν ότι κάτι πάλι μου μαθαίνει. Κι αυτό γινόταν επειδή δεν λειτούργησε διδακτικά μόνο στις αίθουσες και στα θρανία, αλλά με την ίδια την στάση της ζωής του, στην πιο επαναληπτική και συνάμα εφήμερη διαδικασία της. Το έκανε ανεπαίσθητα – ποτέ δεν το επεδίωξε, ήταν κάτι φυσικό.
Νομίζω, επίσης, αυτό γινόταν ακριβώς επειδή πάντα υποβίβαζε το εγώ του—σε βαθμό πολλές φορές αστείο, τον πειράζαμε γι’ αυτό. Γελούσαμε με την αμηχανία του μπροστά στις εγωκεντρικές διαστάσεις του κόσμου που τον περιτριγύριζε. Το οποίο γέλιο μας, βέβαια, πάντα το μοιραζόταν. Ο Τσουκαλάς γελούσε πολύ και δυνατά. Το αστείρευτο χιούμορ του ήταν ο θεμελιακός τρόπος της αισιοδοξίας του. Έτσι αντιμετώπιζε την κακία του κόσμου, την μικροπρέπεια, την ζηλοφθονία. Την οργή με την οποία αντιμετώπιζε την αδικία του κόσμου, την εξουσία και την εκμετάλλευση των πολλών από τους ολίγους, που βλέπουμε στα γραπτά του, την μεταμόρφωνε σε χιούμορ και αγάπη στις στενές συναναστροφές του.
Ως εκ τούτου υπήρξε υπόδειγμα για μένα σε διάφορες φάσεις της ζωής μου. Και πρόσφατα ακόμη σε δημόσιες διαλέξεις μου για ευρύ, μη ακαδημαϊκό, κοινό, θυμάμαι να τον έχω στο νου μου σαν υπόδειγμα λόγου. Είναι αλήθεια ότι ο επιστημονικός του λόγος υπήρξε περίπλοκος, ίσως και δύσκολος φιλοσοφικά—τα Είδωλα του πολιτισμού είναι ένα τέτοιο παράδειγμα. Όμως, ο δημόσιος λόγος του υπήρξε άμεσος και ευνόητος. Είχε ένα τρόπο να μιλάει ελεύθερα για δύσκολα θέματα και να τα κάνει χειροπιαστά χωρίς ποτέ να εξαπλουστεύει.
Πάντα, όμως, με το ίδιο πάθος, την ζωτικότητα που διέκρινε τον Τσουκαλά πέρα από κάθε άλλον. Γι’ αυτό και ήταν για όλους και όλες μας πάντα νέος. Γι’ αυτό και ο θάνατος του είναι αφάνταστος, αδιανόητος, αχώνευτος. Κι ας ήρθε να τον βρει μακάριο, εν μέσω ενός έργου μιας μεγάλης ζωής που θα μείνει για πάντα στην ιστορία, εν μέσω τόσο πολλών ανθρώπων που πραγματικά τον αγάπησαν, ακόμη κι εκείνοι που δεν τον γνώρισαν ποτέ προσωπικά.
Η τελική αποτίμηση του έργου αυτού, που είναι τεράστιο, πολυσχιδές και καταλυτικό για την ιστορία της σύγχρονης σκέψης, θα γίνει εν καιρώ, με τον χρόνο, την προσοχή και την ευθύνη που του αρμόζει.
ΥΓ. Την αθώα αυτή φωτογραφία την βρήκα ψάχνοντας στα κιτάπια μου. Υπάρχουν κι άλλες, αλλά αυτή εκφράζει πλήρως την στιγμή της αναπόλησης μου. Σχεδόν Μπενγιαμινικά περπατάμε με την πλάτη μας στραμμένη στη θύελλα που μαίνεται από τα στενά του Παραδείσου με τα συντρίμμια της παντού, οι δυό μας συνομιλώντας όπως κάθε στιγμή, ενώπιον του αβέβαιου.