Βιβλία και Άρθρα
Ο Καβάφης του Σαΐντ
Η αγάπη του Σαΐντ για τον Καβάφη πηγάζει βέβαια και από την αίσθηση μιας κοινής πορείας αντικανονικότητας μέσα σε ένα γεωγραφικο-πολιτισμικό χώρο, τον οποίον, παρότι ζουν σε διαφορετικές εποχές, αναμφισβήτητα μοιράζονται. Προφανώς, μιλάμε για τον ευρύτερο αποικιοκρατικό χώρο της Ανατολικής Μεσογείου, όπου δεσπόζει μια διαρκής πάλη μεταξύ Ανατολής και Δύσης σε ένα σταυροδρόμι ελληνικού, εβραϊκού, λατινικού και αραβικού πολιτισμού που κυριαρχεί για χιλιετηρίδες, μέχρι να καταλυθεί μόλις πριν μερικά έτη από την επέλαση της παγκοσμιοποιημένης καπιταλιστικής κουλτούρας καταναλωτισμού που μετατρέπει και τα πιο αψηλάφιστα και αφηρημένα στοιχεία σε εμπορεύματα.
Η αντικανονικότητα του Σαΐντ μέσα σε αυτόν τον χώρο συνίσταται στην συνύφανση μιας αντι-εθνικής και αντι-αποικιοκρατικής πράξης, εναντίον, δηλαδή, του γενικότερου πολιτικού κλίματος που βλέπει τους απελευθερωτικούς αγώνες μιας αποικιοκρατούμενης κοινωνίας αποκλειστικά μέσα από το πρίσμα του εθνικισμού.
Παραναγνώσεις από κτήσεως κόσμου
Το χάος θα πρέπει να ήταν μια από τις πιο αγαπημένες του ελληνικές λέξεις – λέξη με την οποία είχε βαπτίσει την Πλατεία Συντάγματος: «Θέλεις να πάμε στο Χάος;» ανακοίνωνε στους φίλους του. Φανταστική ειρωνεία – όχι τόσο γιατί η πλατεία ήταν χαώδης αλλά γιατί, ως κατονομασμένος χώρος κυβερνητικής τάξης, όφειλε να χρεωθεί την λεκτική μεταμόρφωση που επιβάλλει η ασυνταξία, η ποιητική επιθυμία για την αταξία.
Έχει ειπωθεί από πολλούς φίλους του ότι ο Μακρής γενικά απωθούσε την ιδέα της οιασδήποτε σύνταξης των γραπτών του, προφανώς δε και της συνταξιοδότησής του. Εξάλλου ουδέποτε εργάστηκε. Όχι μόνο δεν δεχόταν να δημοσιεύσει τα γραπτά του, αλλά φαινόταν γενικά να τα άφηνε στην τύχη τους, που σημαίνει ότι πολλές φορές κυριολεκτικά τα άφηνε – τα ξέχναγε ή τα παράταγε; -- σε δωμάτια ξενοδοχείων ή σε τραπέζια εστιατορίων, σαν να θεωρούσε ότι ανήκαν μόνο σε μια συγκεκριμένη πτυχή του χρόνου και αν ο ίδιος, για τον όποιο λόγο, βρισκόταν αλλού ξαφνικά, τα γραπτά δεν όφειλαν να τον ακολουθήσουν. Αρκετές φορές είχε διηγηθεί περιστατικά όπου, έχοντας γυρίσει να ξαναβρεί τα ξεχασμένα, εκείνα είχαν χαθεί και σε όλες τούτες τις περιπτώσεις οι φίλοι του συμφωνούν ότι τους έλεγε την ιστορία πάντα με κάποια ανακούφιση.
Ενδεχομένως αταξίες: Κείμενα ποιητικής και πολιτικής
Αν και κάποιες φορές υπερβολικά τακτικός στην προσωπική μου ζωή, στο σχολείο ήμουν άτακτο παιδί. Η μάνα μου θα πρέπει να υπέφερε όταν στα χέρια της έφταναν ειδοποιήσεις από δασκάλους για τιμωρίες, αποκλεισμούς από σχολικές εκδηλώσεις ή, σε δυό-τρεις περιπτώσεις, αποβολές – το έσχατο μέτρο που με έβαζε σε τάξη για κάποιο διάστημα, μέχρι να ξαναρχίσει ο κύκλος. Αυτό που με γλίτωνε εντέλει από τις έσχατες ποινές –και στο σχολείο και στο σπίτι– ήταν ότι, παρ’ όλη αυτή τη φασαρία, παρέμενα αριστούχος μαθητής, προνόμιο το οποίο και εξαργύρωνα για περαιτέρω αταξίες.
Τόσο οι δάσκαλοι όσο και οι γονείς μου σήκωναν τα χέρια ψηλά, ηττημένοι από αυτή την ανυπέρβλητη αντίφαση. Αντίφαση για τα δικά τους μέτρα βέβαια, γιατί για μένα η λατρεία του σχολικού περιβάλλοντος, δηλαδή της γνώσης και της μάθησης, δεν συγκρούστηκε ποτέ μέσα μου με την απόλαυση της ανακατωσούρας, της ανατροπής των κανόνων και της εκτροπής κάθε σοβαροφάνειας ή τελετουργικής αναγκαιότητας.
Τα σχολικά μου χρόνια τα έζησα στην περίοδο της χούντας και στα πλαίσια μιας ευτυχισμένης αστικής οικογένειας, όπου όλα λειτουργούσαν με απίστευτη συνέπεια και τάξη, μέχρι την ασθένεια της μητέρας μου που υπήρξε και καταστροφική. Πολύ πριν πολιτικοποιηθώ εναντίον αυτής της τάξης (και με τις δύο έννοιες), η άτακτη συμπεριφορά μου στο σχολείο –το οποίο, επαναλαμβάνω, υπεραγαπούσα– υπήρξε πρωτεύον στοιχείο του χαρακτήρα μου, εκτός και πέραν κάθε ιδεολογικής διαμόρφωσης στη μετέπειτα πορεία της ζωής μου.
Έκφραση και ζωή -- για τον Ασράφ Φαγιάντ
Ένα πρώτο πράγμα που πρέπει να πούμε –ή μάλλον να κρατάμε στον νου μας ενώ σκεφτόμαστε και συζητάμε– είναι το ότι ένας άνθρωπος βρίσκεται αυτή τη στιγμή υπό τη σκιά του θανάτου. Ένας άνθρωπος, ο οποίος τυχαίνει να είναι ποιητής κατά τα δεδομένα του κόσμου γιατί επέλεξε να είναι ποιητής κατά τα δικά του δεδομένα και με τις δικές του επιταγές, αντιμετωπίζει τον επικείμενο θάνατο του εξαιτίας της ποίησης του.
Λέω «επικείμενο» γιατί, κακά τα ψέματα, ό,τι και να πούμε, ό,τι και να συμβεί σε τόσες χώρες του κόσμου ως εκδήλωση διαμαρτυρίας και αλληλεγγύης, είναι ζήτημα να καταφέρει να ανατρέψει την αμείλικτη πραγματικότητα που αντιμετωπίζει ο νεαρός Άσραφ Φαγιάντ. Μακάρι να διαψευστώ. Αλλά, ομολογώ, δεν μου φεύγει από το μυαλό η εικόνα ενός ανθρώπου για τον οποίον ο θάνατος έχει καταστεί άμεσο παρόν.
Το λέω αυτό και το μοιράζομαι μαζί σας γιατί δεν θέλω να μπούμε σε συζητήσεις ιδεών και θεματικών έτσι αφηρημένα, όσο σημαντικά και γενικότερης εμβέλειας να είναι αυτά τα θέματα – όπως είναι βέβαια το θέμα της ελευθερίας της έκφρασης. Η δυσκολία μου να συντάξω κάποιο κείμενο για την αποψινή μας εκδήλωση –η αμηχανία μου– οφείλεται ακριβώς σε αυτή τη σκέψη, αυτή την εικόνα, ενός ανθρώπου καταδικασμένου σε θάνατο χωρίς δυνατότητα ανατροπής, μια εικόνα που δεν μπορώ να βγάλω από το μυαλό μου.
"Σαν εμένα καμωμένοι"
Έτσι, το «καμωμένος σαν κ' εμένα» δεν δηλώνει κάποια αναπαραγωγή της ουσίας (της ομοφυλοφιλίας ή οτιδήποτε άλλου), μια ανακατασκευή ή έναν πολλαπλασιασμό του ίδιου. Διότι, παρόλο που μπορεί να πει κανείς ότι δηλώνει μια συνθήκη ιστορικής κατασκευής του εαυτού –εφόσον έχει αναιρεθεί η διάζευξη, δεν μπορεί να υπάρχει κάποιο αυτοαναφορικό και αυτούσιο Είναι– ο ποιητής ανοίγει τον δρόμο για την κατανόηση του πώς ο εαυτός, ο έτσι καμωμένος, δεν παγιώνεται σε καλούπι, αλλά υπάρχει διότι ζει κάνοντας με τη σειρά του, πράττοντας, δημιουργώντας άλλες συνθήκες. Και επιπλέον, για τον ίδιο λόγο, κάποιος άλλος καμωμένος σαν εμένα, όχι απλώς καμωμένος παρομοίως αλλά γιατί πράττει σαν εμένα, θα βρεθεί και θα κάνει, θα δημιουργήσει με τη σειρά του. Με μια όμως ουσιώδη διαφορά: ότι αυτός ο κάποιος άλλος σαν εμένα θα πράττει ελεύθερα, το οποίο όχι μόνο θα οφείλεται ως αποτέλεσμα αλλά θα συνεπάγεται την ύπαρξη μιας τελειοτέρας κοινωνίας, μιας κοινωνίας που θα χτιστεί βάσει αυτής της ελεύθερης συλλογικής πράξης/ποίησης και θα αποτάξει τους «άθλιους νόμους». Όποιος θεωρεί ότι ο «ερωτικός» Καβάφης δεν είναι «πολιτικός», εδώ θα πρέπει να το ξανασκεφτεί σοβαρά, διότι ο ποιητής, με πλήρη διαύγεια, διατυπώνει ένα κοινωνικό όραμα μιας πιο ελεύθερης ζωής, το πρόταγμα μιας «τελειοτέρας κοινωνίας».
Αριστερή κυβερνητικότητα στην πράξη
Η κυβέρνηση με λαϊκή εντολή είναι, πρώτον, κυβέρνηση όλης της χώρας και, δεύτερον, ως κυβέρνηση επιβάλλεται να λειτουργήσει εργαλειακά, να πάρει σαφείς και καίριες αποφάσεις σε συγκεκριμένες ιστορικοπολιτικές συνθήκες και όρια που κληρονομεί. Το κίνημα παραμένει στα χέρια των πολιτών που το δημιούργησαν και, ασχέτως των συγκεκριμένων κινήσεων μιας κυβέρνησης, οφείλει να συνεχίσει να λειτουργεί στους δικούς του χώρους (στη γειτονιά, στους χώρους εργασίας, στο σχολείο κ.λπ.), με τις ίδιες πρακτικές αλληλεγγύης, κριτικής και δημοκρατικής δημιουργίας. Το κίνημα δεν λειτουργεί εργαλειακά, λειτουργεί βάσει μιας αυτοδύναμης κριτικής φαντασίας. Δεν δεσμεύεται από τις κυβερνητικές πρακτικές, αλλά τις αντιμετωπίζει με τον σεβασμό της κριτικής αλληλεγγύης: οφείλει ταυτόχρονα να αναλύει τις κυβερνητικές πρακτικές ρεαλιστικά και να πράττει ως συνδετικός κρίκος με τα ευρύτερα κοινωνικά στρώματα. Αυτό που έχω ονομάσει «κυβερνητικότητα της Αριστεράς» συνίσταται σε αυτόν ακριβώς τον συνδυασμό κυβέρνησης και κινήματος.
Λεξικό [αναμνήσεων των] δρόμων της μελάνης γράμματος που ταχυφαγικά θησαυρίστηκαν στη [βαλκανική] γλώσσα μάχης με εικόνες
Έτσι ο Χουλιάρας κατάφερε να δημιουργήσει ένα αέναο έργο, το οποίο όχι μόνο (εξ ορισμού) δεν τελειώνει, αλλά είναι δύσκολο να βρει κανείς πού αρχίζει, αφού ό,τι περιέχει έχει ήδη υπάρξει πριν γραφτεί, όχι μόνο στον χρόνο του εαυτού και την ιστορία του άλλου, αλλά και σε ιστορίες, εαυτούς και άλλους που έχουν ήδη εμφανιστεί σε άλλα βιβλία, προηγούμενα μόνο και μόνο γιατί συνέβησαν σε άλλες ημερομηνίες. Οι ζωές των βιβλίων των ανθρώπων δεν ακολουθούν εξελικτική τροχιά. Οι άνθρωποι λέγεται ότι διαιωνίζουν το είδος, αλλά αυτό είναι μια απάτη θρησκευτικής προελεύσεως. Τα βιβλία αδιαφορούν, δεν έχουν τέτοιες αγωνίες. Γι' αυτό και μπορούν να κάτσουν στο ράφι ή στο πορτμπαγκάζ ενός αυτοκινήτου σε πλήρη ακινησία, μέχρι να βρεθεί το χέρι που θα τα ξαναβάλει στη ροή του χρόνου. Αλλά και τότε όμως αφήνουν τον εαυτό τους ελεύθερο στο τυχαίο, δίχως απαιτήσεις πληρώματος του χρόνου. Μυθογράφοι, όπως ο Χουλιάρας, θα έλεγαν ότι κάθε βιβλίο ήδη ξέρει το χέρι που θα του αποταθεί, ακριβώς γιατί γουστάρει να αφήνεται στην τύχη του.
Έθνος Όνειρο. Διαφωτισμός και Θέσμιση της Σύγχρονης Ελλάδας
Με φόντο την αυξανόμενη εθνικιστική βία που σημάδεψε την τελευταία δεκαετία του 20ου αιώνα, το βιβλίο αμφισβητεί τις καθιερωμένες αναλύσεις για τη συγκρότηση του έθνους, μελετώντας την ονειρική επιρροή του στη σύγχρονη κοινωνική φαντασία. Ο συγγραφέας, ακολουθώντας και επεκτείνοντας το στοχασμό του Κορνηλίου Καστοριάδη, υποστηρίζει ότι η εθνική φαντασίωση βρίσκεται στον πυρήνα του Διαφωτισμού, ενσαρκώνοντας το ουσιαστικό παράδοξό του: συγκεραίνει την ανθρωπολογική οικουμενικότητα με την υπεροχή του εθνικού ιδεώδους. Σημαντικό στοιχείο της λειτουργίας του παραδόξου αυτού -και θεμελιακό στοιχείο της αμφισημίας του- είναι η Ελλάδα, το οικουμενικό άλλοθι και η πολιτισμική προϋπόθεση πίσω από την εθνοπολιτισμική συγκρότηση ολόκληρης της αποικιοκρατικής Ευρώπης. Αν το έθνος αποτελεί ονειρική κατάσταση, είναι μάταιο να προσπαθήσουμε να το ερμηνεύσουμε μπορούμε μόνο να κρίνουμε την πορεία του.
Στοχάζεται η λογοτεχνία;
Με ποιον τρόπο, άραγε, η λογοτεχνία μάς δίνει πρόσβαση στη γνώση, και τι είδους γνώση είναι αυτή; Ο συγγραφέας βάζει στοίχημα ότι ο τρόπος με τον οποίο η λογοτεχνία δημιουργεί γνωστικά αντικείμενα ανατρέπει, με πλήθος ριζικών ερωτημάτων, τον τρόπο που κατανοούμε το καθεστώς της σκέψης, ίσως και το ίδιο το νόημα του στοχάζεσθαι.
Έχει η λογοτεχνία τη δυνατότητα να λειτουργήσει θεωρητικά εκ των ενόντων, μέσα από το ίδιο το μυθογραφικό της ιδίωμα και πέρα από το αναλυτικό πλαίσιο που έχουμε κληρονομήσει ως πεμπτουσία της θεωρητικής πράξης, σύμφωνα με την παράδοση της δυτικής φιλοσοφίας; Δεδομένου ότι η λογοτεχνία εκφράζει τη μυθογραφική δύναμη της σύγχρονης κοινωνίας με τρόπο που κανένα ΜΜΕ δεν μπορεί να συναγωνιστεί, ο συγγραφέας σκηνοθετεί μια ανάγνωση του μύθου εναντίον όσων τον θεωρούν φορέα κοινωνικών ταυτοτήτων, με σκοπό να αναδείξει την απελευθερωτική του ισχύ ως φορέα μη εργαλειακής και ριζικά υπερβατικής γνώσης, η οποία, όμως, παραμένει αναντίρρητα αντιθεολογική και εγκόσμια.