Σκηνές από την Ελλάδα των άλλων, VIΙ

Published
Ο Χάρτης 55

                                                 Σκηνές από την Ελλάδα των άλλων VII
 

Μετά από καιρό επανέρχομαι στην σειρά μεταφράσεων ποίησης που με κάποιο τρόπο, ρητό ή υπόρρητο, διαμορφώνει ελληνικά σκηνικά και τοπία, που με την σειρά τους χρησιμεύουν στο κτίσιμο ενός κόσμου — άλλου, αλλά όχι ξένου. Μεταφέροντας τα στην ελληνική γλώσσα αποδίδουμε σε αυτά τα ποιήματα, κάπως σαν δώρο, την γλώσσα χάριν της οποίας γράφτηκαν παρόλο που γράφτηκαν σε μια άλλη.
 

Χάινερ Μίλερ, «Η απελευθέρωση του Προμηθέα»

Επα­νέρ­χο­μαι δι­πλά. Όχι μό­νο στην σει­ρά Σκη­νές από την Ελ­λά­δα των άλ­λων, όπως την ξε­κι­νή­σα­με από νω­ρίς στον Χάρ­τη, αλ­λά κα­μιά ει­κο­σα­ε­τία πί­σω όταν πρω­το­πα­ρου­σί­α­σα με­τα­φρά­σεις της ποί­η­σης του Heiner Müller στο πε­ριο­δι­κό Ποί­η­ση (τ. 15, Μάιος 2000).

Έκτο­τε, η ποί­η­ση του Μί­λερ —συ­μπε­ρι­λαμ­βά­νο­ντας και το πα­ρόν— με απα­σχό­λη­σε σε δύο πε­ρι­πτώ­σεις: μια με­λέ­τη με τί­τλο “Heiner Müller’s Lyric Loneliness and the Mythical Body”, που πρω­το­πα­ρου­σιά­στη­κε στο Πα­νε­πι­στή­μιο της Νέ­ας Υόρ­κης (NYU) το 2013 και με­τέ­πει­τα δη­μο­σιεύ­τη­κε στον τό­μο Ways of Re-Thinking Literature (2018) και μια μου­σι­κο-ποι­η­τι­κή περ­φόρ­μανς στα πλαί­σια της documenta 14 στην Αθή­να (20 Σε­πτεμ­βρί­ου, 2016), όπου χρη­σι­μο­ποί­η­σα δι­κή μου με­τά­φρα­ση του κει­μέ­νου στα αγ­γλι­κά. Πρό­σφα­τα, η πρό­σκλη­ση της Δα­νά­ης Σιώ­ζου να συμ­με­τά­σχω στο συ­νέ­δριο «Νό­σος και Λο­γο­τε­χνία» με επα­νέ­φε­ρε στον Μί­λερ και στην αρ­χι­κή μου ιδέα να συ­μπε­ρι­λά­βω νέ­ες με­τα­φρά­σεις από το ποι­η­τι­κό του έρ­γο στο συ­γκε­κρι­μέ­νο πλαί­σιο στον Χάρ­τη.

Σκο­πός της σει­ράς, όπως ανα­φέ­ρω πιο πά­νω, εί­ναι να φα­νεί μια ελ­λη­νι­κή γλώσ­σα που υπάρ­χει σε αλ­λό­γλωσ­σα ποι­ή­μα­τα — όχι, απλά, μια θε­μα­τι­κή, η οποία θα μπο­ρού­σε να εντα­χθεί στην ιστο­ρία του ρο­μα­ντι­σμού ή του νε­ο­κλα­σι­κι­σμού και των συ­νε­πειών τους, αλ­λά μια γλώσ­σα σύγ­χρο­νη στην οποία τα ανα­ρίθ­μη­τα στοι­χεία του ελ­λη­νι­κού κό­σμου, στην με­γά­λη, πο­λυ­ε­πί­πε­δη και πε­ρι­πλε­κό­με­νη πο­ρεία του, επι­τε­λού­νται ως εντό­πια και πα­γκό­σμια, ξέ­να και οι­κεία, πρω­τό­τυ­πα και μυ­θι­κά ταυ­το­χρό­νως.

Ο Χάι­νερ Μί­λερ (1929-1995) έχει κα­τα­ξιω­θεί ως κο­ρυ­φαί­ος δρα­μα­τουρ­γός του ύστε­ρου 20ού αιώ­να, ίσως ο τε­λευ­ταί­ος μο­ντερ­νι­στής, απο­λύ­τως πρω­το­πό­ρος και ρι­ζο­σπα­στι­κός, έχο­ντας αφή­σει πί­σω του όχι μό­νο ανυ­πέρ­βλη­το έρ­γο αλ­λά και ένα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό τρό­πο σκη­νο­γρα­φί­ας και επι­τέ­λε­σης. Αλ­λά για μέ­να, ο Μύλ­λερ υπήρ­ξε ανέ­κα­θεν ποι­η­τής, με την πλή­ρη έν­νοια του όρου και με πλή­ρη αφο­σί­ω­ση στην επι­τε­λε­στι­κό­τη­τα των λέ­ξε­ων. Πολ­λά, κλα­σι­κά πλέ­ον, θε­α­τρι­κά του έρ­γα, όπως η Μη­χα­νή Άμ­λετ ή το Υλι­κό Μή­δειας, εί­ναι εκτε­νή ποι­ή­μα­τα. Σε άλ­λες πε­ρι­πτώ­σεις βρί­σκου­με ποι­ή­μα­τα εμ­βό­λι­μα σε θε­α­τρι­κά έρ­γα, εν μέ­σω της δρα­μα­τι­κής πλο­κής, που όμως δεν εί­ναι ού­τε χο­ρι­κές πα­ρεμ­βά­σεις, ού­τε ιντερ­λού­δια, αλ­λά ποι­ή­μα­τα ξε­κάρ­φω­τα, άσχε­τα με την θε­μα­τι­κή ή και το ύφος του έρ­γου.

Μια τέ­τοια πε­ρί­πτω­ση εί­ναι και το πα­ρόν. Ως ύφος και θέ­μα ανή­κει στα λε­γό­με­να «μυ­θο­λο­γι­κά» ποι­ή­μα­τα του Μί­λερ, αλ­λά το βρί­σκου­με να πα­ρεμ­βάλ­λε­ται στο θε­α­τρι­κό έρ­γο Τσι­μέ­ντο (1972). Η πλο­κή του έρ­γου ανή­κει στο αρ­χείο του σο­σια­λι­στι­κού ρε­α­λι­σμού, αλ­λά στα χέ­ρια του Μί­λερ υφί­στα­ται μια κα­θα­ρά Μπρε­χτι­κή αλ­λο­τρί­ω­ση μέ­ρος της οποί­ας εί­ναι το ποί­η­μα. Εδώ, ο μυ­θο­λο­γι­κός τό­πος του «Προ­μη­θέα δε­σμώ­τη» επί­σης απο­διορ­γα­νώ­νε­ται έτσι ώστε να εστιά­ζει όχι στην πα­ρά­βα­ση και τι­μω­ρία του, αλ­λά στην απε­λευ­θέ­ρω­ση του, την οποία όμως ο δε­σμώ­της θε­ω­ρεί, με ένα διε­στραμ­μέ­νο τρό­πο, ακό­μη με­γα­λύ­τε­ρη τι­μω­ρία.

Στο δο­κί­μιο που έχω δη­μο­σιεύ­σει έχω ήδη ερ­μη­νεύ­σει αυ­τή την χει­ρο­νο­μία του Μί­λερ, οπό­τε δεν θα επε­κτα­θώ εδώ. Εξάλ­λου, μας εν­δια­φέ­ρει το ποί­η­μα. Και ιδιαί­τε­ρα αυ­τή η μα­κρό­συρ­τη, βα­σα­νι­στι­κά τε­θλα­σμέ­νη, γλώσ­σα του που από μό­νη της ερ­μη­νεύ­ει—με την αρ­χαία θε­α­τρι­κή έν­νοια, δη­λα­δή, δρα­μα­το­ποιεί, αλ­λο­ποιεί, επι­τε­λεί—το βα­θύ­τε­ρο νό­η­μα του ποι­ή­μα­τος, το οποίο έτσι πα­ρεμ­βαί­νει αλ­λη­γο­ρι­κά, μέ­σω μιας σύγ­χρο­νης επι­τέ­λε­σης της ελ­λη­νι­κής μυ­θο­λο­γί­ας, στα κοι­νω­νι­κο­πο­λι­τι­κά δρώ­με­να της επο­χής του.

Ταυ­τό­χρο­να όμως, η αντί­δρα­ση στην απε­λευ­θέ­ρω­ση, ο εθι­σμός στα δε­σμά τα οποία έχουν γί­νει πλέ­ον δεύ­τε­ρη φύ­ση, μι­λά­ει απευ­θεί­ας στο άμε­σο πα­ρόν μας, εί­τε αμι­γώς ελ­λη­νι­κό εί­τε πα­γκό­σμιο.

******************************

Σημ.: Η κορυφαία κατ’ εμέ εκτέλεση του κειμένου παρουσιάστηκε ως μοναδικό μουσικό-δράμα από τον Γερμανό συνθέτη και δραματουργό Heiner Goebbels μια καλοκαιρινή αφέγγαρη νύχτα στο αρχαίο στάδιο των Δελφών (23 Ιουνίου 1995). Σκηνοθετημένο για ένα μόνο ηθοποιό και δύο μουσικούς, βυθισμένο στο αρχαϊκό σκοτάδι του τοπίου των Δελφών και με συνοδεία τους τυχαίους ήχους των κουδουνιών των εριφίων στους γύρω λόφους, η εμπειρία έφτασε όσο πιο κοντά μπορώ να φανταστώ ότι ήταν το Αισχύλειο θέατρο. Αυτό που μέχρι σήμερα παραμένει χαραγμένο στα κύτταρα της μνήμης μου είναι η ευφυής χειρονομία του συνθέτη να καταγράψει την αγριεμένη ανησυχία του Προμηθεϊκού πόνου μέσω των χαρακτηριστικών αλαλαγμών του συνεργάτη του David Moss ενώ χτυπούσε αλύπητα τα τύμπανα.




Η απελευθέρωση του Προμηθέα

Ο Προμηθέας έφερε τον κεραυνό στους ανθρώπους, αλλά δεν τους έμαθε πώς να τον χρησιμοποιούν ενάντια στους θεούς, ίσως γιατί καθόταν στο τραπέζι των θεών και τα γεύματα δεν θα ήταν το ίδιο εξαίσια αν τα μοιραζόντουσαν με τους ανθρώπους. Είτε λόγω της πράξης του, είτε αντίστροφα λόγω της αδυναμίας του να προχωρήσει αυτή την πράξη παραπέρα, οι θεοί διέταξαν τον Ήφαιστο τον σιδερά να αλυσοδέσει τον Προμηθέα στον Καύκασο, όπου ένας κυνοκέφαλος αετός καταβρόχθιζε καθημερινά το διαρκώς αναγεννώμενο συκώτι του. Ο αετός, που τον θεωρούσε ως ένα μερικώς βρώσιμο βράχο ικανό να κινείται ελαφρά και, όταν τρωγόταν, να ξεσπά σε ένα παράφωνο τραγούδι, συνήθιζε να αφοδεύει πάνω του ελεύθερα. Αυτά τα περιττώματα έγιναν η τροφή του αλυσοδεμένου. Μετατρέποντάς τα σε δικά του περιττώματα, ο Προμηθέας τα άφηνε στον σκληρό βράχο από κάτω, έτσι ώστε όταν ο Ηρακλής, ο απελευθερωτής του, σκαρφάλωσε στο έρημο βουνό μετά από τρεις χιλιάδες χρόνια, μπορούσε ήδη να διακρίνει τον αιχμάλωτο από μεγάλη απόσταση, σαν αστραφτερό, κατάλευκο από σκατά, πουλί. Απωθούμενος ξανά και ξανά από το τείχος της μπόχας, ο απελευθερωτής αναγκάστηκε να περιστρέφεται γύρω από τον πέτρινο όγκο για άλλα τρεις χιλιάδες χρόνια, ενώ ο κυνοκέφαλος αετός συνέχιζε να τρώει το συκώτι του αλυσοδεμένου και συνέχιζε να τον τρέφει με τα περιττώματά του, ώστε η μπόχα αυξανόταν με τον ίδιο τον ρυθμό της περιστροφής, έως ότου ο απελευθερωτής την συνήθισε. Επιτέλους, με την βοήθεια μιας βροχής που κράτησε πεντακόσια χρόνια, ο Ηρακλής κατάφερε να φτάσει σε απόσταση βολής. Αμέσως, έσφιξε τη μύτη του με το ένα χέρι. Τρεις φορές αστόχησε, γιατί έκλεισε τα μάτια άθελά του, ζαλισμένος από τα κύματα της μπόχας που τον χτυπούσαν κάθε φορά που άφηνε τη μύτη για να λυγίσει το δοξάρι. Το τρίτο βέλος τραυμάτισε ελαφρά τον αιχμάλωτο στο αριστερό του πόδι, το τέταρτο σκότωσε τον αετό. Λέγεται ότι ο Προμηθέας έκλαψε, όχι για την πληγή του, αλλά για τον αετό, τον μοναδικό του σύντροφο για τρεις χιλιάδες χρόνια και τον τροφοδότη του για τρεις χιλιάδες χρόνια επί δύο. «Τι θα γίνει; Πρέπει τώρα να φάω τα βέλη σου;» ούρλιαξε, ξεχνώντας ότι είχε γνωρίσει ποτέ άλλη τροφή. «Ρε βρωμοχωριάτη, μπορείς εσύ να πετάξεις στον αέρα με τέτοια πόδια βυθισμένα στα σκατά;» Και μ’ αυτό έκανε εμετό από τη μυρωδιά που κουβαλούσε ο Ηρακλής από τότε που καθάρισε τους στάβλους του Αυγείου, γιατί η βρώμα του αλόγου έφτανε ως τον ουρανό. «Φάε τον αετό», είπε ο Ηρακλής. Όμως ο Προμηθέας δεν μπορούσε να καταλάβει το νόημα αυτών των λέξεων. Εξάλλου, ήξερε καλύτερα. Ο αετός ήταν η τελευταία του σχέση με τους θεούς, το καθημερινό του ράμφισμα ήταν ο μόνος τρόπος να τους θυμάται. Ποτέ άλλοτε τόσο ανήσυχος στις αλυσίδες του, ο δεσμώτης καταράστηκε τον απελευθερωτή του ως δολοφόνο και προσπάθησε να τον φτύσει στα μούτρα. Στο μεταξύ, ο Ηρακλής, διπλωμένος στα δύο από την αηδία, προσπαθούσε ψηλαφιστά να βρει τα δεσμά που κρατούσαν τον εξαγριωμένο άνδρα στη φυλακή του. Ο χρόνος, ο καιρός και τα σκατά είχαν κάνει τη σάρκα ένα με το μέταλλο και τα δύο μαζί να μην ξεχωρίζουν από την πέτρα. Τουλάχιστον τώρα, χαλαρωμένα κάπως από τη βίαιη οργή του κρατουμένου, τα δεσμά του φάνηκαν ευδιάκριτα. Στο τέλος αποδείχτηκε ότι δεν υπήρχαν αλυσίδες, τις είχε φάει ήδη η σκουριά. Μόνο στο σημείο του πέους του ήταν τα δεσμά συνυφασμένα με τη σάρκα, γιατί ο Προμηθέας, τουλάχιστον στα πρώτα δύο χιλιάδες χρόνια του στο βράχο, κατά καιρούς αυνανιζόταν. Αργότερα πρέπει να ξέχασε ακόμα και το καβλί του. Η απελευθέρωση άφησε πίσω της μια ουλή. Ακόμα κι αν ήταν αφοπλισμένος και εξαντλημένος από τις χιλιετίες, ο Προμηθέας θα μπορούσε εύκολα να είχε απελευθερωθεί αν δεν φοβόταν τον αετό. Ωστόσο, η συμπεριφορά του κατά την απελευθέρωσή του έδειξε ότι φοβόταν την ελευθερία περισσότερο από το όρνιο. Βρυχώμενος και αφρίζοντας από το στόμα, με νύχια και με δόντια υπερασπίστηκε τις αλυσίδες του από τη λαβή του απελευθερωτή. Μόλις ελευθερώθηκε, πεσμένος στα γόνατα ούρλιαξε από την αδυναμία του να συρθεί στα σχεδόν παράλυτα από την ακινησία μέλη του. Και φωναχτά λαχτάρησε για τη γαλήνια θέση του στον βράχο κάτω από τα φτερά του αετού, όπου τίποτα δεν άλλαζε και τίποτε δεν κινούνταν ποτέ, εκτός από τους εκάστοτε σεισμούς που προξενούσαν οι θεοί. Ακόμα κι όταν επιτέλους στάθηκε στα πόδια του, πάλεψε ενάντια στην κάθοδο, σαν ηθοποιός που δεν θέλει να κατέβει από τη σκηνή. Ο Ηρακλής έπρεπε να τον σηκώσει στους ώμους του. Η κάθοδος στην ανθρωπότητα κράτησε άλλες τρεις χιλιάδες χρόνια. Οι θεοί έκαναν κομμάτια τα βουνά, ώστε η κατάβαση μέσα στη φρενίτιδα της απανταχού θρυμματιζόμενης πέτρας έμοιαζε περισσότερο με ελεύθερη πτώση. Ο Ηρακλής τότε σήκωσε το πολύτιμο φορτίο του με τόση φροντίδα, ώστε να μην μπορεί τίποτε να το βλάψει, σαν να κρατούσε ένα μωρό σε μάρσιππο κολλημένο στο στήθος. Σφίγγοντας τον λαιμό του απελευθερωτή, ο Προμηθέας ψιθύριζε οδηγίες για το που κατευθυνόταν η θύελλα από τα συντρίμμια, ώστε να μπορέσουν να τα αποφύγουν. Στο μεταξύ, συνέχιζε να ουρλιάζει δυνατά προς τους ουρανούς, που είχαν σκοτεινιάσει από τους απανταχού στροβιλιζόμενους βράχους, διαλαλώντας την αθωότητα του σε τούτη εδώ την υπόθεση ελευθερίας. Ακολούθησε η αυτοκτονία των θεών. Ο ένας μετά τον άλλο, εκτινάχτηκαν από τον ουρανό στην πλάτη του Ηρακλή και μονομιάς έγιναν συντρίμμια. Τότε, ο Προμηθέας επέστρεψε πάνω στους ώμους του απελευθερωτή και πήρε τη πόζα του νικητή που, καβάλα σε ένα καταϊδρωμένο άλογο, έρχεται να συναντήσει τις επευφημίες του πλήθους.

https://www.hartismag.gr/hartis-55/klimakes/skines-apo-tin-ellada-ton-allon-vii

_____________

Rittenberg photo pf HM